Δευτέρα, 23 Απριλίου 2018

Η Ι.Μ Αγ. Γεωργίου στην Κοιλάδα μεταξύ Αγράφων και Τζουμέρκων, με τις μοναδικές αναπαραστάσεις από τις «πύρινες γλώσσες»!!!



Η Ι.Μ Αγ. Γεωργίου βρίσκεται στο Μυρόφυλλο Τρικάλων (παλιά λεγόταν Μυρόκοβο) που είναι το τελευταίο χωριό της επαρχίας Τρικάλων και βρίσκεται στη νοτιοδυτική πλευρά του Ασπροποτάμου στα όρια των νομών Τρικάλων, Άρτας και Καρδίτσας ανάμεσα στα Θεσσαλικά Άγραφα και τα Τζουμέρκα. Η παλιά ονομασία Μυρόκοβο αναφέρεται στο χρυσόβουλο (1332-1341 μ.Χ.).
Η ακριβής χρονολογία ίδρυσης της μονής είναι άγνωστη. Κατά μια άποψη πρόκειται για τη μονή που ως μονή της Υπεραγίας Θεοτόκου εις Ασπροπόταμον αναφέρεται σε χρυσόβουλο του έτους 1336, όπου και η αναφορά του Μυροφύλλου ως Μυρόκοβο.

Η ιστορία του μοναστηριού αρχίζει επίσημα το 1618. Το έτος αυτό κτίστηκε ο ναός της Θεοτόκου στη θέση παλιότερου ναού που κάηκε και η ύπαρξη του οποίου τεκμηριώνεται από σωζόμενα λειτουργικά βιβλία του που τυπώθηκαν στα ενετικά τυπογραφεία του 16ου αιώνα. Ο ναός της Θεοτόκου με το παρεκκλήσιο των Ταξιαρχών, που προστέθηκε σε αυτόν σε μεταγενέστερη οικοδομική φάση, αποτελούσε το καθολικό της μονής ως το 1815, οπότε και χτίστηκε το νέο καθολικό. Ξαφνιάζει επίσης ο τρούλος, ο οποίος, ενώ εσωτερικά διαμορφώνεται ως θόλος με την απεικόνιση του Παντοκράτορα, εξωτερικά αποτελεί μια τετράγωνη κατασκευή που ελαφρύνεται με τη χρήση πλίνθων.

Η ανέγερση του νέου καθολικού, αφιερωμένου στον Άγιο Γεώργιο, σηματοδοτεί μια νέα ιστορική περίοδο για τη μονή κατά την οποία επεκτείνεται ολόκληρο το μοναστηριακό συγκρότημα. Κτήτορας της νέας μονής, της οποίας η οικοδομική της ανάπτυξη ολοκληρώθηκε το 1836, φέρεται ο παπα - Κοσμάς από το Καρπενήσι. Ο παπα - Κοσμάς ήταν όπως φαίνεται από επιγραφές μέλος της ήδη υπάρχουσας μοναστικής κοινότητας, αν και άλλες πηγές τον αναφέρουν και ως αρχηγό ομάδας κλεφτών της περιοχής. Στην προσωπικότητα και την επαναστατική δράση του παπα - Κοσμά, στην ανεπιβεβαίωτη πληροφορία ότι η μονή κατά τη δεύτερή της φάση τουλάχιστον χτίστηκε με χρήματα της Φιλικής Εταιρείας και κυρίως στη γεωγραφική της θέση οφείλεται η εκτίμηση ότι το μοναστήρι αποτελούσε πολεμικό καταφύγιο των κλεφτών κατά του Αλή Πασά των Ιωαννίνων. Η μονή που στην απογραφή του 1881 καταγράφεται με οκτώ μοναχούς διαλύθηκε την δεκαετία του 1930, τα κτήματά της πουλήθηκαν και υπήχθη στη μονή Γκούρας. Η κατολίσθηση του 1963 και ο σεισμός του 1967 επέφεραν καταστροφές στα κτίρια μονής και στον κεντρικό οικισμό του Μυροφύλλου. 

Το μοναστηριακό συγκρότημα αποτελείται από ένα μεγάλο τετράπλευρο οχυρωματικό περίβολο, στον οποίο εισέρχεται κανείς μέσω ενός πυλώνα. Εσωτερικά του περιβόλου αναπτύσσονται, διαδοχικά, τα κτίσματα του ναού του Αγίου Γεωργίου και του ναού της Θεοτόκου με το παρεκκλήσιο των Ταξιαρχών. Ο ναός του Αγίου Γεωργίου είναι ένα μονόχωρο καμαροσκέπαστο κτίσμα, κατάγραφο με τοιχογραφίες, οι οποίες φιλοτεχνήθηκαν το 1869/70 από τους Σαμαριναίους ζωγράφους Αθανάσιο και Γεώργιο. Ο ναός του Γενεσίου της Θεοτόκου με το παρεκκλήσιο των Ταξιαρχών βρίσκεται προσκολλημένος στη δυτική πτέρυγα της μονής. Είναι μονόχωρος και καλύπτεται με ημικυκλική καμάρα. Καταλαμβάνει το ισόγειο του κτίσματος ενώ πάνω από αυτόν διαμορφώνεται το μικρό παρεκκλήσιο των Ταξιαρχών. Και οι δύο χώροι κοσμούνται με τοιχογραφίες που χρονολογούνται στα 1614/1622 και 1738 αντίστοιχα. Στη δυτική πτέρυγα της μονής διαμορφώνεται η τραπεζαρία, το αρχονταρίκι και άλλοι βοηθητικοί χώροι. Τελευταίες ανασκαφικές έρευνες σε θέση κοντά στη μονή έφεραν στο φώς θεμέλια ναού και νεκροταφείο της υστεροβυζαντινής περιόδου.

Χαρακτηριστικοί είναι οι φυτικοί διάκοσμοι και ο βυζαντινός δικέφαλος αετός.
Στο Καθολικό κυριαρχούν τα έντονα βυζαντινά χρώματα (πορφυρό, κυανό, ώχρα, καστανό κ.λ.π.).
Αξιοπρόσεκτη είναι η απουσία διάθεσης των Σαμαριναίων ζωγράφων να μιμηθούν στυγνά τη βυζαντινή τεχνοτροπία που συχνά στη μεταβυζαντινή εποχή οδήγησε σε δουλική αποκρυστάλλωση της θρησκευτικής ζωγραφικής. Εδώ αντίθετα, έχουμε ενσαρκωμένη μια ζωντανή λαϊκίζουσα τέχνη (και όχι εκφυλισμένη όπως κάποιοι ειδικοί ισχυρίζονται) που εναρμονίζει δημιουργικά τα δεδoμένα της εποχής στην παλαιά τέχνη της αγιογραφίας. Επομένως δεν πρόκειται για εκφυλισμό και φθορά αλλά για φυσική εξέλιξη μιας τέχνης που αντιπροσωπεύει την εποχή στην οποία ανήκει.
Η έντονη σωματικότητα, τα εκφραστικά ανθρώπινα πρόσωπα (σαν να είναι προσωπογραφίες ανθρώπων της εποχής που έγινε η αγιογράφηση) αποτελούν τα κύρια στοιχεία της.
Επίσης εκπληκτική είναι η τόλμη στην απεικόνιση αρχιτεκτονημάτων με προσπάθεια απόδοσης της τρίτης διάστασης, ζωϊκές μορφές, φυσικά στοιχεία (βράχοι, θάλασσα), για την αναπαράσταση θεμάτων από την Παλαιά και Καινή Διαθήκη αλλά και τη ζωή της πρώτης Εκκλησίας (για παράδειγμα αγώνας κατά των αιρέσεων).

Σίγουρα οι ζωγράφοι, αν και ανορθόγραφοι απ' ό,τι φαίνεται από τις επιγραφές - των παραστάσεων, δεν πρέπει να ήταν αυτοδίδακτοι, αλλά θα μαθήτευσαν σε κάποιο εργαστήρι. Οφείλουμε να τονίσουμε και την προτίμησή τους στην απεικόνιση και στους τρεις ναoύς του θεσσαλού Αγίoυ Βησσαρίωνα. Οι αγιογράφοι επίσης έχουν χειριστεί με αρκετή επιτυχία τις κοίλες επιφάνειες, για να δώσoυν ένα φυσικό αποτέλεσμα στον θεατή. Συμπερασματικά, η πυκνή μεταβυζαντινή και λαϊκίζουσα αγιογράφηση των ναών της μoνής αποτελεί μια μοναδική εμπειρία για τον θεατή - προσκυνητή.

Πέρα από τη διδακτική χρησιμότητα προς - παραδειγματισμό των μοναχών Πύρινες γλώσσες ( εξ' ου και θέματα σχετικά με τις αρετές του μοναχού), οι αγιογραφίες ήταν η απεικόνιση του προτεινόμενου χριστιανικού βίου απευθυνόμενες προς κάθε άνθρωπο. ΄Eτσι το μοναστήρι δεν πρέπει να νοηθεί ως χώρος κλειστός και περιορισμένος αλλά ένα κέντρο πνευματικής ακτινοβολίας για την περιοχή. Με άλλα λόγια, κανείς ειδικός ή μη δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι οι αγιογραφίες έγιναν από ματαιοδοξία των μοναχών.

Αξίζει, τέλος, να τονίσουμε το παράδοξο της αναπαράστασης γυμνών σωμάτων θίγοντας ευαίσθητες περιοχές, όπως η αρματωλότητα των ιερέων και μοναχών, ένα στοιχείο που δεν συμβαδίζει με τους παραδοσιακούς συντηρητικούς θεσμούς της εποχής και το έντονα θρησκευτικό κλίμα.
Σκοπό έχει βέβαια πάντοτε την πνευματική αφύπνιση και εγρήγορση του επισκέπτη. Πρέπει εν κατακλείδι να σχολιάσουμε το σκεπτικό βάσει του οποίου ιδρύθηκε και ανοικοδομήθηκε τέσσερεις φoρές η μονή. Η οχυρωματική διάταξη των κτιρίων δείχνει την προσπάθεια ασφάλισης του συγκροτήματος με υψηλό πύργο στην πλευρά της εισόδου, όπου επίσης διακρίνονται και οι πολεμίστρες, το σπίτι του φύλακα σκύλου που προειδοποιούσε, καθώς και η θήκη στο ταβάνι της εισόδου απ' όπου χυνόταν καυτό λάδι στον εχθρό.

Πολλές έξοδοι κινδύνου και κρύπτες μπορούσαν να διευκολύνουν τους ενοίκους σε οποιοδήποτε σημείο και να βρισκόταν και από οποιοδήποτε σημείο και αν δεχόταν επίθεση.
Τελειώνοντας τονίζουμε την επιτακτική ανάγκη συντήρησης των τοίχων, κυρίως του ναoύ της Παναγίας που αποτελεί ένα από τα παλαιότερα κτίσματα του ορεινού όγκου της Δυτικής Θεσσαλίας, καθώς και όλων των αγιογραφιών που χάνονται μέρα με τη μέρα.

Η τελευταία μελέτη κατασκευής του άνω ρού του Αχελώου προβλέπει τη διάσωση της μονής από την κατάκλιση. Η πνευματική δράση της Μονής, στην πρώτη φάση της ιστορικής πορείας της, όπως αυτή καταγράφεται μέσα από τη σωζόμενη αλληλογραφία του κώδικα των Βρυξελλών ΙΙ 2406 του παπά - Νικόλα Μυροκοβίτου, υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική. Διαφαίνεται πως με κέντρο τη Μονή Μυροκόβου, απο όπου έπαιρναν τα πρώτα γράμματα, εξακτινώνονται έπειτα οι λόγιοι στα κέντρα του ελληνισμού.

Η παράδοση υποστηρίζει ότι το μοναστήρι αυτό είναι κτίσμα της Φιλικής Εταιρείας με σκοπό, φυσικά, να χρησιμοποιηθεί ως καταφύγιο των αγωνιστών στον ένοπλο απελευθερωτικό αγώνα του 1821. Είναι βέβαιο ότι τότε βρέθηκε στο επίκεντρο των γεγονότων της περιοχής, χρησιμοποιήθηκε ως κατοικία της αρματολικής  οικογένειας του Στορνάρη, αλλά και πολύ αργότερα το 1854 στην περίοδο της Ηπειροθεσσαλικής Επανάστασης και το 1912 - 1913 συμμετείχε ενεργά στην απελευθέρωση.

Κάθε χρόνο, στις 23 Απριλίου ή τη δεύτερη μέρα του Πάσχα, πανηγυρίζει το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου και γίνεται παραδοσιακό ημερήσιο πανηγύρι που κρατάει ως αργά το απόγευμα.
Ο Σύλλογος Μυροφύλλου Τρικάλων ανήμερα της γιορτής του Αγίου Γεωργίου διοργανώνει το «Τραπέζι του Αη Γιώργη». Μετά τη Θεία Λειτουργία και τον πατροπαράδοτο «χορό των γερόντων», μοιράζεται σε όλους τους παρευρισκόμενους παραδοσιακό «καζάνι» με πρόβιο και μανέστρα, που θα ετοιμάσουν τα μέλη του συλλόγου, ύστερα από προσφορές και δωρεές Μυροφυλλιτών μελών και φίλων του συλλόγου.

Να σημειώσουμε ότι την πρώτη Αναστύλωση του πρώτου τμήματος του Μοναστηριού είναι δωρεά της οικογενείας Παπαδοπούλου στην Μνήμη του γιού τους.





















Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου